'κεῖνο

ἐκεῖνο , ἐκεῖνος
the person there
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κεῖνο — ἐκεῖνος the person there neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Modern Greek — (Νέα) Eλληνικά (Nea) Elliniká Spoken in   …   Wikipedia

  • PERSEUS — I. PERSEUS Grammaticus Philosophus, quem, in rebus Deorum Gentilium, Terentii testimoniô utentem, producit Minucius Felix in Octavio. Idem cum Lutatii Praeceptore, ut videtur, de quo hic ad Statium ita; Sed de his rebus ex libris ineffabilis… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αντιδίδωμι — ἀντιδίδωμι (AM) ανταποδίδω αρχ. 1. δίνω κάτι αντί για κείνο το οποίο άλλος επρόκειτο να δώσει 2. προτείνω να ανταλλάξω την περιουσία μου με κάποιον (πρβλ. αντίδοσις) 3. δίνω αντίδοτο, αντιφάρμακο …   Dictionary of Greek

  • απεκείθε — κ. απεκείθενε (Μ ἀπεκεῑθεν) επίρρ. 1. από εκεί, από κείνο το μέρος 2. από κει, διαμέσου 3. προς τα εκεί 4. από την άλλη μεριά, από τ άλλο μέρος …   Dictionary of Greek

  • διαφημίζω — (ΑΝ) διαδίδω, διασπείρω τη φήμη κάποιου σ όλους, κάνω κάτι γνωστό, διαλαλώ, διατυμπανίζω νεοελλ. 1. επαινώ δημόσια πρόσωπο ή πράγμα, ρεκλαμάρω («διαφημίζει τα κατορθώματά του») 2. επαινώ τις ιδιότητες, την ωφέλεια ενός πράγματος με σκοπό την… …   Dictionary of Greek

  • εκείθε — και εκείθενες και κείθε (AM ἐκεῑθεν και κεῑθεν) επίρρ. 1. από κει, από κείνη τη μεριά 2. εκεί πέρα 3. προς τα κει αρχ. 1. από κείνο το γεγονός, από αυτόν τον λόγο 2. (για χρόνο) τότε, μετά απ αυτά …   Dictionary of Greek

  • εκείσε — ἐκεῑσε και κεῑσε (AM) επίρρ. (για στάση) εκεί αρχ. 1. (για κίνηση) προς τα εκεί 2. στον άλλο κόσμο 3. (για λόγο) σε κείνο το σημείο …   Dictionary of Greek

  • καρτερώ — (I) και ποιητ. τ. ακαρτερώ, άω και έω (AM καρτερῶ, έω) [καρτερός] 1. περιμένω, αναμένω (α. «σέ καρτερούσα όλο το απόγευμα» β. «οὐ καρτερῶ μέχρι θαλάμων ἐλθεῑν», Σέξτ. Εμπ.) 2. υπομένω με γενναιότητα, υποφέρω με υπομονή (α. «Κι ακαρτέρει κι… …   Dictionary of Greek

  • κρουνός — ο (AM κρουνός) 1. κάνουλα ή ειδικός σωλήνας που τοποθετείται σε βρύση για να ρέει το νερό με μεγαλύτερη πίεση 2. μτφ. αφθονία, συνήθως υγρού (α. «άνοιξαν οι κρουνοί τ ουρανού» β. «κρουνοί δακρύων» γ. κεῑνο δ Ἁφαίστειο κρουνοὺς ἑρπετόν», Πίνδ.)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.